By: Κούλα Τέο
Year of Publication: 1988
On the 26th of January 1988, many Australians celebrated the bicentenary of the arrival of the 11 ships of the first fleet in Botany Bay and Sydney Cove on Bidegal and Gadigal Country. At the same time as the Bicentenary celebrations, more than 40,000 Aboriginal people and non-Indigenous supporters, staged what was at the time the largest march ever held in Sydney. The protest was held because the colonisation of Australia which caused injustice, suffering and dispossession of Aboriginal people was being celebrated. The poem by Koula Teo, was written on the occasion of these celebrations. Translated into English by Irini Pappas.


Με τα μάτια θολά απ’ το δάκρυ/γεροντάκι με γένεια λευκά

έχει βάλει το χέρι αντήλιο/κι αγναντεύει τα σκάφη κλεφτά.

Και τ’ αγόρι που πλάι του στέκει/τον παππού του κοιτά κι απορεί

και στο μαύρο του γόνα ακουμπάει/για να βρει μιας στιγμής θαλπωρή.

“Τι συμβαίνει, παππού, και γιορτάζουν;”/το αγόρι ρωτάει δειλά

κι ο παππούς δακρυσμένος του λέει:/”Κάτσε κάτω θ΄ακούσεις πολλά”.

Δύο αιώνες, παιδί μου, γιορτάζουν,/δύο αιώνες για μας τρομερούς,

που η φυλή μας αμέριμνα ζούσε/τους ωραίους εκείνους καιρούς.

Μα ήρθε ξάφνου μια μαύρη ημέρα/π’ όλα αλλάξανε όψη ευθύς,

που σκοτώναν δεκάδες χιλιάδες/και δεν ήξερες πού να κρυφθείς.

Σε μια ήπειρο τόσο μεγάλη/είχαν γη ν’ απλωθούνε κι αυτοί

μα την θέλανε όλη δική τους/και την πήραν με βία και σπαθί.

Και έτσι τώρα αφέντες γιορτάζουν/δίχως τύψεις, χωρίς συστολή,

κείν’ τα χρόνια που ρήμαζαν σπίτια/κι αφάνισαν τούτη τη φυλή”.

Και τα μάτια του γέροντα τρέχουν/μαυροφόρα να βρέξουν ψυχή,

μια ψυχή που πενθεί πονεμένα/την απάνθρωπη κείνη εποχή.

Συντριμμένος κοιτά τα ουράνια/και ρωτά Τον Πατέρα θεό

σε τι έφταιξαν θέλει να μάθει/για το τόσο πικρό ριζικό.

“Αν με βλέπεις, Θεέ μου, κατέβα/πες αλήθεια κι ας είναι πικρή

σ΄ένα μαύρο που θέλει να μάθει/αν κι αυτός είν΄δικό Σου παιδί.

Ρίξε, Θεέ μου, το βλέμμα Σου κάτω/να χαρείς των Βαρβάρων γιορτή,

μια γιορτή βουτηγμένη στο αίμα/και να πεις και σε με, το “γιατί”.

Να χαρείς του ολέθρου τις μέρες/που ‘ρθε ο Χάρος λιοντάρι λευκό

του θανάτου σφραγίδα να βάλει/βουτηγμένο σε αίμα καυτό.

Συ που ήρθες για λίγο, Χριστέ μου,/και μαρτύρησες τόσο στη γη

διηγήσου στο θείο Πατέρα/πώς πονά του αθώου η πληγή.

Και Συ που ‘σαι κοντά ρώτησέ Τον/γιατί χρώματα έχει λογιά

κει που έπλαθε όλον τον κόσμο/Του τελείωσ΄ η άσπρη μπογιά;

Ζαλισμένος κοιτάει στο πλάι/το αγόρι π’ ακούει χλωμό,

τρυφερά και ροζιάρικα χέρια/αγκαλιάζονται μ΄ένα λυγμό.

Τα κατάρτια τρυπούν την καρδιά τους,/δεν αντέχουν σ΄ αυτήν τη θωριά,

βράχο βράχο κινάνε να φύγουν/μακριά από τ΄άσπρα θεριά.




With eyes dimmed by tears, barely seeing,

an old man with a beard white as snow

shields his eyes with his hands, peers in secret

at the ships he spies down there below.


And the little boy standing beside him

asks his grandfather with wonderment

as he leans on his black knee in search of

one instant of warmth and content.


Why, grandfather are they celebrating

asks the little boy shyly, in fear

and his grandfather tearfully answers

sit down here child, there’s much for you to hear.


Child, they celebrate the bicentenary

for us, two hundred terrible years

since our race lived in the happiness, carefree

in those wonderful faraway years.


suddenly came a day dark and dreary

all at once all was changed, modified

when our people were killed in their thousands

and you know longer knew where to hide.


On this continent so vast, so boundless

land in plenty there was for a horde

but they wanted it all for themselves, boy

and they took it by force, with a sword.


And so now, lords and masters, they revel

with no pangs or remorse, nor shame-faced

for those years that played havoc with families

and the gradual destruction of this race.


And the tears of the old man fall fast now

and they’re soaking a soul in black

a soul which is grieving and suffering

for those years of humanity’s lack.


and this shattered man looks at the heavens

and he asks of the father on high

what the sin was that brought down upon them

such a bitter and terrible blight.


If you see me, my God, then come down now

tell the truth although bitter it may be

to a black man who wishes to ask you

if he too is a child of your seed.


Cast your eye, my dear God, here below you

and rejoice in the barbarians’ spree.

Look and see this blood-soaked celebration

and then tell me just why it should be.


A rejoicing for days of calamity

when Death like a white lion came

to imprint the grim seal of the Reaper

a seal dipped in hot blood and in shame.


You who came down to us for a while, Christ

and who suffered so much on this earth,

please describe to the Father in Heaven

how the wounds of the innocent hurt.


And You, who are near Him, please ask Him

He can use colour without restraint

When he was creating this whole worlds

did He somehow run out of white paint?


Bewildered, he glanced beside him

at the boy near him standing so wan

and the soft and the gnarled hands together

entwine as they bitterly sob.


The masts of the tall ships pierce both hearts

no more can they suffer this sight

slowly, painfully they move off now

to escape from the beasts wild and white.






Share this

error: Content is protected!