Αναμνήσεις ενός μετανάστου

By: Μ. ΜΑΛΑΧΙΑ
Year of Publication: 1982
...Τι κρύο ήτανε κείνο!... θάνατος, χάρος με την παγωμένη του αγκαλιά. Ντύθηκα κι έτρεξα στη βρύσι να πλυθώ. Ακόμα κι αν βρισκόμουνα εις την Αθήνα του παληού καιρού, δεν θα έκανα τόση οικονομία στο νερό... Πλύθηκα, δηλαδή μόλις έβρεξα τα μάτια μου με μερικές σταλαγματιές νερό... που θάλεγε κανείς ότι ήτανε διαλυμένος πάγος... [Το διήγημα δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 31, του περιοδικού "Ταχυδρόμος" Greek News Magazine, τον Ιανουάριο του 1982 - Διατηρήσαμε την γραφή πλην του πολυτονικού].

Η πρώτη μου χαρά, όταν το πρωί έπιανα δουλειά, χανόταν σιγά-σιγά, όπως μια αμμουδιά χάνεται κάτω από  τα κύματα της ρικυμισμένης θάλασσας… Ήλπιζα όμως να δουλέψω τουλάχιστον μια-δυο βδομάδες, δηλ. όσο θα βαστούσανε η εορτές. Άδικα όμως. Το απόγευμα, αφού η καθαριότης είχε γίνει, και δεν υπήρχανε πελάτες για σερβίρισμα, κάθησα σε μια καρέκλα, βλέποντας προς την είσοδο, αναμένοντας τον… ουρανοκατέβατο πελάτη που θα μ’ έβαζε σε κίνησι. Γιατί, όμολογουμένως, ή ακινησία εκείνη με εξενεύριζε περισσότερο.

– Κάθεσαι που κάθεσαι… δεν ανοίγεις μερικά στρείδια; – μoύπε ο μπόσης για μια στιγμή.

Κείνη την στιγμή τα μπλέξαμε. Να ανοίγω στρείδια δεν ήξερα. Ή για να μαι ακριβής, είχα ανοίξει στρείδια, μα για να τα φάω γω… εγώ που δεν με πείραζε αν τα χαλούσα ή όχι… Να πω του μπόση ότι δεν ξέρω νανοίγω στρείδια; Μου φαινότανε ταπεινωτικό….ΤΙ έπρεπε να του πω … Σκέφτηκα για λίγα δευτερόλεπτα, και χωρίς να λάβω υπ’ όψιν μου τες συνέπειες τούπα:

-Για σερβιτόρο με θέλεις ή για στρειδά;…. Ή τώνα, ή τάλλο…

-Τότε δεν μου κάνεις… δεν έχω δουλειά για δυο ανθρώπους…..

Βέβαια, αυτός ο άνθρωπος, με τα λόγια μου, κατάλαβε ότι ήξερα νανοίγω στρείδια, μα δεν ήθελα….Αν τού λεγα την αλήθεια, ίσως και να μούδειχνε… Με τον τρόπο όμως που του μίλησα τον ανάγκασα να μου δώση τα παπουτσάκια μου….

***

Ήτανε περασμένες ή οκτώ το βράδυ, όταν μούδωσε το μεροκάματο και  μ’ έστειλε στο καλό… Βγήκα στον δρόμο. Είχα πάρει το γαλόνι του σερβιτόρου το πρωί, το φόρεσα μια μέρα, και μου το ξυλώσανε το δειλινό….

Βέβαια, συνηθισμένος πειά με τες αναποδιές της τύχης, δεν μούκανε ούτε κρύο, ούτε ζέστη… Ακολούθησα τον κοσμάκη, εχάζεψα δεξιά και αριστερά και στο τέλος βρέθηκα στην αποβάθρα περιμένοντας το βαποράκι.

Μπήκα μέσα. Ολες και θέσεις πιασμένες. Στο απάνω μέρος, στη γέφυρα να πούμε, μια ορχήστρα έπαιζε διάφορα κομμάτια. Ένα λυπητερό, πούκανε το βιολί να κλαίη, με συνεκίνησε, μούφερε στο μυαλό ότι σε δυό μέρες θάχαμε Χριστούγεννα, και με την φαντασία ξανάβελπα την εκκλησιά της πατρίδος μου, θυμώμουνα την νυκτερινη λειτουργία των Χριστουγέννων, και τον Απόστολον πούχα πή πολλές φορές μισονυστάζοντας…

Είχα βυθιστή στές σκέψεις μου, όταν δίπλα μου άκουσα ένα κρότο, σαν να χτυπούσανε κανένα κουμπαρά γεμάτο χρήματα. Γύρισα κι’ είδα. Ηταν ένας από την ορχήστρα, κρατώντας ένα κουτί, με μια τρύπα, και κει μέσα οι επιβάτες ρίχνανε δεκάρες. Το κουνούσε δίπλα μου για να τον πάρω είδησι. Δεν μίλησα, έκανα τον κoυτό, και μέσα μου τον έστειλα στον διάολο. Βλέποντας ότι δεν έβγαινε τίποτα, ο «εισπράκτορας» προχώρησε παραπέρα…

***

Γύρισα στο σπίτι με κατεβασμένα τα μούτρα. Η σπιτονοικοκυρά μου ζήτησε να μάθει για το «τζόμπι» μου, μα ξαφνιάστηκε όταν της είπα ότι πήρα το σάκκο. Με παρηγόρησε όμως όπως μπορούσε, δίνοντάς μου θάρρος.

Την άλλη μέρα,-παραμονή των Χριστουγέννων πήρα σβάρνα τα καφενεία, και το βράδυ κατά την συνήθειαν μου έκοβα βόλτες στους κεντρικούς δρόμους. Τέτοια κοσμοσυρροή δεν την είχα δή ούτε στο Αδελάιντ, ούτε στο Μέλμπουρν. Πήγαινε ο κόσμος να ψωνίση, κι’ ενόμιζε κανένας ότι έκανε διαδήλωσι. Μόνο σπρώχνοντας, και επαναλαμβάνοντας το «Αμ σόρρυ», μπορούσα να προχωρήσω…

Το ίδιο βράδυ, στο Ελίζαμπετ στρήτ, συνάντησα ένα Μιτυληνιό, απ’ εκείνους που συχνάζανε στές βεγγέρες της Κυρα- Ασημίνας. Με αυτόν είδα για πρώτην φοράν το καφενείο «Καλλιθέα».

Στο πρώτο πάτωμα –λίγες σκάλες καινουργιοβαμμένο, με καινούργια του τραπέζια και καρέκλες, με παράθυρα που βλέπανε προς το Χάιντ Πάρκ, ήτανε το πιο ελκυστικό καφενείο απ’ όλα τάλλα πούχα ιδή. Ήταν χωρισμένο σε δύο: καφενείο και εστιατόριο. Το δουλεύανε δυό συνέταιροι, -μου τους εσύστησε ο Μιτυληνιός πολύ -περιποιητικοί, αλλά το ώμορφο περιβάλλον το χαλούσανε η φωνές και η συζητήσεις πολλών Συριάνων.

-Δεν είνε κι’ άσχημα εδώ… -είπα στον φίλο μου…

-Είνε καινούργιο καφενείο… δώ έρχεται η νεολαία.

Καθόμουνα ήσυχα, όταν μούρτε στο κεφάλι ένα καπέλλο. Χωρίς να δώ ποιός μου τώρριξε αφού δεν γνώριζα και κανένα- το πήρα και το πέταξα σε μια γωνιά που δεν καθόταν κανένας. Ένας μελαψός Συριάνος μου ζήτησε και τον λόγον, μιλώντας σε σπασμένα εγγλέζικα.

-Ποιός σούπε να μου το ρίξης στο κεφάλι;

-Δικό μου καπέλλο δεν είνε… τώρριξα σε μια γωνιά να το βρή κείνος που τώχασε… του απάντησα σε πετσοκομμένα εγγλέζικα.

Πήγε και κάθησε στην θέση του, μα στ΄αυτιά μου ήρτε μιά χυδαία βρισιά που την είπε αράπικα. Χωρίς να κουνηθώ τούπα κι’ εγώ μιά πειο χειρότερη.

-Μιλάς αράπικα; με ρώτησε.

-ΣκάσεΙ… τούπα με θυμό, έτοιμος πειά για τον καυγά.

Ευτυχώς, μπήκανε άλλοι στη μέση, κι’ έτσι δεν τες έφαγα…..

****

Ο Μιτυληνιός, σαν πειο συνηθισμένος, προσπαθούσε να με ησυχάση:

-Μή θυμώνης, βρ’ αδερφέ… αστειεύτηκε ο άνθρωπος…

-Ας αστειεύεται με τους γνωστούς του…

-Ναι, δε σου λέω… μα βλέπεις είνε πολλοί… το καφενείο είναι γεμάτο Σαμπλίδες… ποιός κoτάει να τους μιλήση….

Σ’ αυτό λοιπόν το καφενείο, έπρεπε ή νάχης το ζουνάρι σου λυτό, κυττώντας για καυγά, ή να σούρχεται ένα καπέλλο στα μούτρα και να λες «συγγνώμην».

Μα έλα που μ’ άρεσε το περιβάλλον του! Κεί μέσα έβλεπα νεαρούς μετανάστας, που δεν βρίσκανε δυσκολία να πιάσουνε σχέσεις μαζί μου και να με φωνάζουνε να παίζουμε μπρέφα ή εξηνταέξη ή σκαμπήλι.. Δηλαδή αυτό που  ζητούσα: Να πιάσω φιλίες με μερικούς, γιά νάχω την πιθανότητα να μου πούνε αν βρισκόταν καμμιά δουλειά, και να μου δώσουνε και μερικά σελλίγια δανεικά, εν ανάγκη…

Αλλά κι’ οι μποσάδες φαινότανε άνθρωποι που δεν κυττούσανε μόνο το συμφέρον τους αποκλειστικώς. Κάθε μέρα στέλλανε στα χωριά κείνους που καθότανε. Είχα λοιπόν κι’ εγώ ελπίδες…

Κατά την συνήθειά μου, να συχνάζω μόνο σ’ ένα καφενείο (τα πολλά θέλουνε περισσότερα έξοδα) έκανα κονάκι το «Καλλιθέα». Δεν ξεκολλούσα απ’ εκεί παρά λίγες ώρες, δηλ. όταν πήγαινα για καμμιά βόλτα ή πήγαινα σπίτι να κοιμηθώ.

Ηρτε η πρώτη Κυριακή. Κατά την συνήθειά μου (αφού ήμουνα τοκιστής και σουλατσαδόρος)  σηκωνόμουνα αργά, δηλ. περασμένες ή δέκα, και δεν πήγαινα στο κρεββάτι πριν με διώξη ο καφετζής… Κείνο το πρωί, πήγα κατ’ ευθεία στο «Καλλιθέα». Η πόρτα ήτανε κλειστή… γιατί η εκκλησίες είχανε ανοίξει τές δικές τους. Κτύπηδα, μα του κάκου. Χωρίς αμφιβολίαν τον Κυριακάτικο νόμο τον τηρούσανε με …χριστιανική αφοσίωσι. Τώβαλα λοιπόν για καμμιά βόλτα. Μπήκα στο Κάστεράϊτ στρήτ, και τώβαλα πρίμα για το Τελωνείο. Οι Ρωμηοί, άλλοι όρθιοι συζητώντας, άλλοι καθισμένοι στο κατώφλι του «Παρθενώνα» και του «Πανθέου» περιμένανε να τους λυπηθη ο καφετζής και να τους ανοίξη.

Προχωρούσα κι’ εκυττούσα. Για μια στιγμή όμως, προτού προχωρήσω πολύ, είδα μια πόρτα νανοίγη και μερικοί Ρωμηοί να μπαίνουνε μέσα. Μαζί με τους άλλους μπήκα κι’ εγώ. Το όνομα του καφενείου μου φάνηκε παράξενο.

Ο Γραικός που τώχε είχε λησμονήσει όλα τα ονόματα των προγόνων μας με τα οποία οι περισσότεροι ονομάζουμε τα μαγαζιά μας -και θυμήθηκε την Γαλλικήν φράσιν «Rendez-vous» που σημαίνει συνάντησις, τόπον συναντήσεως. Μικρό καφενεδάκι, στο πρώτο πάτωμα, χωρίς τραπέζια μαγέρικου, με προσωπικό που η προφορά του έδινε την εντύπωσιν ότι βαστούσε από το Θιάκι. Ένα παιδάριο ο σερβιτόρος και ο μπόσης με πλησίασε και του παράγγειλα ένα τσάι.

Έπινα το τσάι μου, και κύττούσα γύρω. Οι θαμώνες μούδιναν να καταλάβω ότι οι Γραικοί του Σύδνεϋ τιμούνε την Κυριακήν αν όχι με το καθησιό οι περισσότεροι δουλεύουνε τουλάχιστον με τα κυριακάτικά τους ρούχα. Μούκαμε καλήν εντύπωσιν αυτό. Βέβαια, δεν λείπανε ή χοντρές καδένες και τα δακτυλίδια, μα τα ρούχα τους ήτανε καθαρά, καινούργια, σιδερωμένα….Χαιρόμουνα που τους έβλεπα…

Γύρω σ’ ένα τραπέζι είχανε μαζευτή καμμιά ντουζίνα απ’ αυτούς. Μου κίνησε την περιέργεια κι’ επλησίασα. Η μεγάλη αυτή παρέα έπαιζε «εφτάμισυ».

– Βγάλ’ του κυρίου χαρτί… – είπε ένας, που καθόταν δίπλα στον μπάγκο.

– Ευχαριστώ, παιδιά… Δεν θέλω… πρώτα-πρώτα δεν το ξέρω αυτό το παιχνίδι…

– Γράμματα είνε μωρέ μάτια μου;.. -είπε ένας χαμογελώντας.

– Αλλος, πειό περιποιητικός, μού έξήγησε πως παίζεται το «έφτάμισυ».

– Να αυτά είνε τα «ρούλς»…

Κάθισα λοιπόν κι’ εγώ να παίξω. Δεν κέρδισα ούτε μια φορά… Όταν είδα ότι έχανα καμμιά δεκαριά σελλίνια σταμάτησα. Αν καθόμουνα σίγουρα θα με «κόβανε» πέρα για πέρα – πως συνηθίζουνε και λένε οι «καρχαρίες» τα «σκυλλόψαραν των καφενείων μας…..

Μέσα σ’ αυτό το καφενεδάκι γνώρισα κι’ ένα τύπο, που ήτανε για μένα ένα δείγμα της ειρωνείας της Τύχης…

Πάνω από βδομήντα χρονών, άσπρομάλλης, σχεδόν πάντα μεθυσμένος, πασίγνωστος εις όλους τους Γραικούς και στους Αυστραλέζους πελάτες στές μπάρες ως «Γιούνιον Τζαίκ». Θιακός την καταγωγήν, ήρτε εδώ από καταβολής Αυστραλίας, στους χρόνους κείνους που τους πρώτους άσπρους Αυστραλέζους μεθούσε η δίψα για χρυσάφι. Ήτανε κι αυτός ένας από τους «Προσπέκτορς», τους χρυσοθήρας, που πήρανε τα βουνά και τες ρεματιές για να βρούνε κομμάτια του κιτρίνου θεού… Κι’ έβρήκε ολόκληρο χρυσορυχείο πουκαμε τώνομα του γνωστό… Μά μόνο τωνoμα τούμεινε… Η παραλυσία και το πιοτί τον άφησε απένταρο, κι’ άλλοι πειο έξυπνοι λουτίσανε από το εύρημά του…

Ακουσα την ιστορία του, κι’ ένα οίκτο καταλάβαινα γι’ αυτόν. Να νοιώση την καυτερή δίψα του παρά, να βρή πηγή για να την σβύση… και να μείνη με την δίψα… Σαν τα μαρτύρια του Ταντάλου δεν μοιάζει η φτώχεια του γέρου-Θιακού…

Περνούσανε ή μέρες και η τσέπη αδυνατούσε φοβερά…. έχανε το αίμα της….έδειχνε σημεία ότι γρήγορα θα τίναζε και την τελευταίας της πέννα… Βρέ, αμάν, καμμιά δουλειά. Για το Θεό, θα ψοφήσω της πείνας!… Τίποτα!

-Περίμενε…

Όλο αυτό μου λέγανε οι φίλοι μου, οι καφετζήδες, -Περίμενε…

Από τα παράθυρα του «Καλλιθέα» έβλεπα το πάρκο, και μια τρεμούλα μ’ έπιανε, λες και κρύωνα με το κρύο της νύκτας, πάνω σε κανένα μπάγκο, ενώ μέσα μου, παρακαλούσα τον Θεό να με λυπηθή. Μέσα σε τέτοιες μαύρες σκέψεις έπλεα ένα απόγευμα, όταν μέσα στο καφενείο μπήκε ένας ψηλός άντρας, με μαύρα ρούχα, και μ’ ανάποδο γυακά- Στο χέρι του κρατούσε ένα δίσκο, είπε μερικά λόγια, ότι δηλ. έκανε έρανο να στείλη στην πατρίδα ένα άρρωστον οικογενειάρχη, κι’ έπειτα πήρε γύρω όλα τα τραπέζια, κι’ ο καθένας έβαζε μέσα ότι ήθελε.

-Ποιός είν’ αυτός;-ρώτησα ένα διπλανό μου.

-Ο Αθηναγόρας! …Δεν τον ξέρεις;… Είνε ο παπάς μας….

-Πρώτη φορά τον βλέπω…

-A, είνε καλός άνθρωπος… δεν αφήνει φτωχό να πεινάση

-Δήλ. αν δεν βρω δουλειά και πάω και του ζητήσω θα μου δώση; …

Ο παπάς πλησίασε. “Έβαλα τα διάκτυλά μου στην τσέπη, προσπάθησα να βρώ κανένα τριπέννι ή ξηπέννι, μα του κάκου… Ράγισε η καρδιά μου όταν είδα στο χέρι μου ένα διπλοσέλινο…. Νάχα, δεν θα με πείραζε… Μα να μείνω ‘γω νηστικός, για να ταξειδεύη άλλος για την ωραία Ελλάδα… ούτε ο θεος τώθελε…

– Ευχαριστώ. – είπε ο παπάς με ύφος ευχαριστημένου ανθρώπου.

– Πότε θα βγάλετε και για μας κανένα δίσκο, Φάδερ;… “Έξω από δουλειά, απένταροι… κάτι πρέπει να κάνετε και για μας…

-Ο παπάς γέλασε, αντί να κλάψη.

-Να μη σας αξιώση ο Θεός να έχετε την ανάγκην μου…

Εγώ μιλούσα στα σοβαρά, τούλεγα τον πόνο μου, κι’ εκείνος νόμιζε ότι αστειευόμουνα!… Τον κυττούσα όταν έφευγε. Μιλούσα σοβαρά, παπά… έλεγα μέσα μου. Καλά νάβρω δουλειά, μα αν δεν εύρω…..θα μου βγάνης και μένα δίσκο…

Έπειτα από δυο-τρεις ημέρες, ένα βράδυ, καθόμουνα σε μια γωνιά του καφενείου κι’ έκλαιγα την μοίρα μου.

-Γειά σου πατρίδα…. ήκουσα μια φωνή να μου λέγη, ενώ κάποιος άγνωστος καθόταν σε μια καρέκλα.

-Γειά σου και σένε…- τούπα ανόρεξα, γιατί δεν είχα κέφι για κουβέντα.

– Είνε αλήθεια πως ζητάς δουλειά;

-Ναι, γιατί;

– ‘Έχω μια δουλειά για σένα….

– Τι δουλειά;… αν τα καταφέρνου έρχομαι…

– Μπάς κι’ είν’ καμμιά τέχνης… Να, το πρωί θα σηκώνουμεστε νωρίς, θα πηγαίνουμε στην μαρκέττα, θα παίρνουμε το ψάρι… λίγο, ξέρεις δεν έχουμε πολλή δουλειά….. θα το καθαρίζουμε κι’ έπειτα θα καθούμαστε… ήρτε κανένα παιδάκι να πάρη τσίπια;…θά του τα δίνεις και θα κάθεσαι…. ήρτε άλλο για φίς,… θα το ζεσταίνης, θα το τυλίγης στο χαρτί…κι’ έξω ‘πό την πόρτα…όλη την ημέρα καθησιό… πλησιάσανε τα μεσάνυκτα… μια μικρή καθαριότη του μαγαζιού, βλέπεις έρχεται συχνά ο ίνσπέκτορας που να πάρη ο διάολος τον πατέρα του…. τα ψάρια στο αϊτσέστ και γραμμή για πνο…. Θάσαι μπόσης και θα παίρνης και μισθό….

-Δηλ. είνε φίς έντ τσίψ….

-Μα ίντα θέλεις νανε;…καμμιά μπάγκα;

-Πόσα θα με πληρώνης;

-Ξέρεις, μωρέ παιδί μου, δουλειές δεν υπάρχουσιν…

-Τί, τζάπα θέλεις να δουλεύω;… διγλ. για ένα κομμάτι ψωμί ;…

-Θεός φυλάξει….

-Πόσα θα μου δίνεις;

-Δεν μπορώ να πληρώσω παραπάνω από δεκαπέντε σελλίνια… την βδομάδα δηλαδής…

-Πάλι καλά….αφού δεν λες τον μήνα….

-Έ, τί λές; θα πιάσης αύριο δουλειά;….

-Να πας να……σύ κι’ η δουλειά σου άτιμε…. είπα έξω φρενών!

-Γιατί με βρίζεις;…

-Γιατί; Ρωτάς και το γιατί; Βρε για λογάριασε, με δεκαπέντε σελλίνια τι θα πληρώσω;… την κάμαρά μου, τα τσιγάρα μου, τον μπαρμπέρη, ρούχα παπ ύτσια που θα τα χαλάσω μέσα στα νερά……

-Αν σε συμφέρη πατριώτη…

-A, να χαθής κοθώνι…… πού νόμισες ότι βρισκόμαστε;…..

-Χμ. Κι’ εσύ μπολσεβίκος είσαι….

-Για να μη είμαι μπολσεβίκος πρέπει να δουλεύω από τες τέσσερις το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα ακατάπαυστα, να παίρνω τα μισά μου έξοδα που θέλω σαν άνθρωπος να ζήσω και τάλλα μισά να τα σηκώνω ‘πό την τράπεζα του πατέρα μου… Φτου να χαθής παλιγόσκυλο!…

“Ήτανε η πρώτη κι’ η τελευταία φορά που αρνήθηκα να δουλέψω με μικρό μισθό. Πολλές φορές δέχτηκα να δουλέψω με είκοσιπέντε σελλίνια την βδομάδα (τον καιρό που άλλοι παίρνανε τρείς λίρες ή και παραπάνω), μα πάντα όσο μικρός κι’ αν ήτανε ο μισθός μου τα κατάφερνα να κουτσοπερνώ χωοίς να χρεώνομαι ή να στερούμαι. Άλλά με δεκαπέντε σελλίνια δεν μπορούσα να δουλέψω, αφού μάλιστα δεν είχα αποθεματικό για να συμπληρώνω τα υπόλοιπα. Αν μούδινε τουλάχιστον το νοίκι και το καπνό μου, και δυό-τρία σελλίνια για άλλα έξοδα, δεν θα δυσκολευόμουνα να πιάσω δουλειά, και τον ίδιο καιρό νάχω το νου μου για κανένα άλλο μέρος, με μεγαλείτερο μισθό.

Ένα μόνο μoύκαμε εντύπωση. Οτι άκουσα το παρατσούκλι μου που μούχανε κολλήσει στο σχολειό. Όλοι τότε με ξέρανε για «μπολσεβίκο». Από τους συμμαθητές μου μέχρι τον τελευταίο καθηγητή (μαζί μ’ αυτούς κι’ ενας Αρχιμανδρίτης, που τώρα φοράει την μητροπολιτική μήτρα) κι’ από τον παιδονόμο μέχρι τον Διευθυντή, όλοι με ξέρανε γιά «μπολσεβίκο». Για όλους αυτούς ούτε χριστιανικό όνομα είχα, ούτε επίθετο, ούτε αριθμόν καταλόγου.

Να λοιπόν και τώρα, επειδή δεν δέχτηκα να δουλεύω και να δανείζουμαι γιά να περνώ, άκουγα το όνομά μου…

Περάσανε λίγες μέρες ακόμα. Οσο κι’ αν λιγώστεψα το καθημερινό επίδομα, όσο κι’ αν έκοψα τα περιττά έξοδα ή τσέπη στράγγιζε, και μια ωραία πρωία δεν κουδούνιζαν μέσα της ούτε τέσσερις πέννες να πιώ ένα τσάι.

Οπως για τα πετεινά του ουρανού, έτσι φροντίζει και για τους ανέργους και Θεός… όταν είνε στα καλά του. Ξοικονόμησα μερικά σελλίνια, πέρασα ακόμη λίγες μέρες, μα πάλι ύψωσα τα χέρια πρός τον ουρανό για καμμιά βοήθεια. Αυτή τη φορά ο Θεός ήτανε στα νεύρα του. Δεν μούστελλε κανένα ευσπλαχνικό Ρωμηό με μερικά σελλίνια στο χέρι…

Η Κυρ-Ασημίνα, αν και κάθε βράδυ σκότωνα μυριάδες κορέων και της λιγώστευα τα αδιάκριτα ζωύφια που δεν αφήνανε κανένα μας να κοιμηθή ήσυχα, ήρχισε να μουρμουρίζει για τα καθυστερούμενα ενοίκια. Τι να γίνη; Έπρεπε πάλι να βάλω το ψέμα σε ένέργεια.

-Έννοια σου και δε θα χάσης τα βδομαδιάτικά σου… Περιμένω κάτι χρήματα ‘πό το Μέλμπουρν…

Λέγοντας το ψέμα αυτό, για να μη τα τσουγκρίσω με την σπιτονοικοκυρά μου και εγώ στους δρόμους, μού πέρασε στο μυαλό η ιδέα να ζητήσω βοήθεια από το Μέλμπουρν. “Οχι βέβαια ‘πό τον πρώην μπόση μου. Κι αν ζητούσα δε θα μούστελλε. Αλλ’ από τον ανεψιό του. Καλό παιδί, ήξερε από απενταρία, έστω και για ελεημοσύνη αν όχι για δανεικά θα μούστελλε ψιλά.

Δανείζουμαι λοιπόν από τον μπόση του «Καλλιθέα» δυο σελλίνια, και τσουπ  στέλλω στο Μέλμπουρν το «σήμα κινδύνου». Τηλεγραφικώς τα ζήτησα, τηλεγραφικώς τάλαβα. Την άλλη μέρα, από το Ταχυδρομείο, δείχνοντας το τηλεγράφημα, έπαιρνα μερικές λίρες… Πλήρωσα τα καθυστερούμενα νοίκια και άρχισα πάλι να ζητω δουλειά…

Επί τέλους! Προτού να φάω τα δανεικά, κάποιος νεαρός, τον οποίον γνώρισα στο «Καλλιθέα», μούπε για μια δουλειά, στο Κατούμπα. Χόρευα ‘πό την χαρά μου! Να βρώ δουλειά, στο μέρος που συνάζουνται οι περιηγητές κι’ οι νεόνυμφοι για τον μήνα του μέλιτος… Πήγαμε μαζί στο «Πάνθεο», μίλησε του ιδιοκτήτη του καφενείου αυτού, (του καφεντζή είχανε ζητήσει άνθρωπο) και συμφωνήσαμε να φύγω το απόγευμα της άλλης μέρας.

Το βράδυ, στο σαλονάκι-κρεββατοκάμαρα της Κυρ-Ασημίνας είχαμε συγκινήσεις. Η γρηούλα χαιρότανε πού έπειτα από τόσο καιρό εύρισκα δουλειά, μα λυπότανε πάλι γιατί έφευγα. Μισοδακρυσμένη, μούδινε συμβουλές: να κάνω ό,τι μου λένε, να μη θυμώνω αν μου πούνε και καμμιά βρισιά, και να κάνω την δεκάρα μου χίλιους κόμπους… Την άλλη μέρα κατά τις τέσσερις το απόγευμα έμπαινα στο τραίνο.

Παφ-πούφ, έκανε το τραίνο, τικ-τακ έκανε η καρδιά μου. Θάνε καλή  δουλειά, θα με κρατήσουνε, ή θα γυρίσω πάλι απένταρος;

Έπειτα από ένα θαυμάσιο ταξειδάκι, θαυμάσιο διότι και όμορφα τοπεία βλέπει κανένας, αλλά και γιατί όλο το ταξείδι είνε μόνο τέσσερις πάνω-κάτω ώρες, έφτασα κατά τις 7.30 στο περίφημο Κατούμπα. Βγήκα έξω ‘πό το τραίνο, και με τους άλλους ταξειδιώτες, περνώντας κάτω ‘πό μια καμάρα, βρέθηκα στον κεντρικό δρόμο του Κατούμπα. Προχωρούσα και γύριζα το κεφάλι μου δεξιά κι αριστερά για να δώ κανένα ελληνικό μαγαζί. Προς τα αριστερά ξεχώριζε ένα ψαριάδικο. Πλησίασα, κι’ εδιάβασα το όνομα «Αρώνη». Χάζεψα λίγο, σαν να επρόκειτο να αγοράσω ψάρια, γαρίδες ή αστακούς, κι όταν είδα ότι κανένας πελάτης δεν περίμενε για ν΄αγoράση κάτι ή να πληρώση για φαί, μπήκα μέσα.

Πίσω από τον μπάγκο, ένα ψιλός Ρωμηώς κάτι διώρθωνε. Ή δεν άκουσε, ή δεν ήθελε νακούση ο πατριώτης αυτός.

-Καλησπέρα, πατριώτη… -ξαναείπα δυνατώτερα.

Σαν να ξυπνούσε κείνη την στιγμή, ο Ρωμηός με το άσπρο σακκάκι, γύρισε, με κύτταξε καλά, και με σοβαρότητα αρχιδικαστού μούπε:

– Απέγκ  γιουπάν. Γουάτ καν Αίντού φόγια;…..

-Μωρέ παιδί μου, μίλα ρωμέϊκα να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον…

-Α… κατάλαβα… είσαι νεοφερμένος και δεν ξέρεις εγγλέζικα..

– Συ δε ξέρεις ελληνικά;

– Βέβαια… μά σου μίλησα εγγλέζικα γιατί δεν ήξερα ότι είσαι Γραικός..

– Έχεις δίκηο… δύσκολα ξεχωρίζω ‘πό ένα εγγλέζο…όσο δεν φαίνεται η μύγα μέσ’ το γάλα….

Ο φιλαράκος όμως, ώς φαίνεται, εθύμωσε με τον τρόπο που του μίλησα. Και με κάπως απότομο ύφος μούπε:

– Και τώρα τι ζητάς ‘πο δώ;… Αν θες να φας πέρασε μέσα…

-Ήθελα να μου πής, αν το ξέρης, που είνε το μαγαζί κάποιου Σίμου.

-Να απέναντι είνε… δεν το βλέπεις…. στραβός είσαι;…

Από την είσοδο του ψαράδικου έρριξα μια ματιά κι’ είδα πράγματι ένα άλλο ελληνικό μαγαζί με την επιγραφή «Πάραγκον». Δηλ. αυτό που ζητούσα.

– Το βλέπω, πατριώτη. Μα άλλη φορά καλλίτερια να μιλάμε εγγλέζικα. Οταν μιλάς εγγλέζικα μιλάς σαν άνθρωπος, κι’ όταν μιλάς την γλώσσα του δεν διαφέρεις από ένα γαιδούρι..

Και προτού νακούσω τον αναβαλλόμενο, πήρα την βαλίτσα μου και κατευθείαν τράβηξα για το άλλο ελληνικό μαγαζί. Πήγα στο Κατούμπα για να δουλέψω στο μαγαζί ενός Ιρλανδέζου, μα αυτός (που προτιμούσε τους Γραικούς εργάτες) είχε πή στον κ. Σίμον για να του βρή άνθρωπο. Γι’ αυτό έπρεπε συναντήσω τον κ. Σίμον. Πειραγμένος από την… καλήν υποδοχήν που μου κάμανε στο ένα μαγαζί προχώρησα προς τ’ άλλο έτοιμος για μια ανάλογη υποδοχή. Έρριξα μια ματιά από την είσοδο. Εβλεπα ότι είχα μπροστά μου ένα αριστοκρατικό μαγαζί, ένα παλατάκι καλαισθητικό, με κάμποσους πελάτες. Βέβαια δεν θα ντρεπόμουνα να μπω μέσα. Μα η βαλίτσα με δυσκόλευε. Ελα όμως  που δεν ήξερα από πού ήτανε η πισινή πόρτα; Μιά και δυό λοιπόν μπήκα μέσα. Μια χαριτόβρυτος μ’ ερώτησε τι ήθελα και όταν της είπα φώναξε τον κ. Σίμον. Περίμενα να δω κανένα ηλικιωμένο (στο Σύδνεϋ μούχανε πη ότι είνε βαθύπλουτος) μα αντίκρισα ένα παίδαρο, τριανταρίτη. Με παρέλαβε και κατά την συνήθεια στα ελληνικα μαγαζιά, με ωδήγησε στην …αίθουσα της υποδοχής, την κουζίνα.

Βέβαια ήτανε κουζίνα, μα είχε όψι αποθήκης φαρμακείου. Όλο ερμάρια, που το ξύλο άστραφτε από καθαριότητα όλα τα σύνεργα κλειστά. Μόνο σε μια γωνιά η μικρή στοφούλα έδινε το αλάθητο σημάδι ότι ήτανε κουζίνα.

Δεν είχα καθίσει ακόμη και με σερβίρανε με τα ασημένια τους τσαγερά, σαν κανένα περιηγητή που επισκέπτετο την Κατούμπα. Τον ίδιο καιρό άρχισε κι’ ή κουβεντούλα. Στην κουβέντα απάνω δεν συμφωνούσαμε με τον φιλόξενο κ. Σίμο. Κείνος έλεγε ότι από την δουλειά πρέπει να πηγαίνη κανεις στο κρεββάτι, να μη πηγαίνει στο κινηματογραφο, να μη έχη σχέσεις με Αυστραλέζες, και να προσπαθή να τιμά με την διαγωγή του το ελληνικό όνομα. Εγώ εξέφρασα την γνώμην ότι όταν κάνει κανείς την δουλειά του όπως πρέπει, μπορεί να πιάη όπου θέλει όταν είνε έξω από το μαγαζί, κι’ ότι ένας μπόσης πληρώνει μόνο για την δουλειά που του κάνουνε, χωρίς να έχη δικαίομα να επέμβη στην  διαγωγή του υπαλλήλου του έξω από το μαγαζί.

– Ήρταμε στην Αυστραλία να κάνουμε μερικούς παράδες και να πάμε έπειτα πίσω αν μπορέσουμε… δεν ήρταμε να δουλεύουμε για τους κινηματογράφους και τες κοπέλλες…

– Καλά και άγια κ. Σιμο… αλλ’ αυτή η ζωή από την δουλειά στον ύπνο δεν είνε για τους ανθρώπους που ξέρουν να ζήσουν… Εξ άλλου αν γυρίσουμε πίσω εξηντάρηδες τι το όφελος τότε… πως μπορεί να διασκεδάση κανείς με άσπρα μαλλιά στο κεφάλι…

Ευτυχώς, δεν ήταν επίμων, ούτε θύμωνε γιατί δεν παραδεχόμουνα τες γνώμες του. Έτσι η συζήτησι πήγε πρίμα, χωρίς να χάσω την καλήν εντύπωση και την ευχαρίστηση της θερμής υποδοχής που μου κάνανε…

Έπειτα από λίγο ήρτε κι’ ο συνάδελφός μου (ένα Μανιατόπουλο) που μαζί θα δουλεύαμε στην κουζίνα του Ιρλανδέζου.

Καληνυκτίσαμε, πήρα την βαλίτσα μου και το βάλαμε για την κάμαρα, που ήτανε αρκετά μακρυά. Περπατήσαμε αρκετά, μέσα στην μισοσκότεινη νύκτα, με τες συχνές υλακές των σκύλλων και το τσουχτερό κρύο, και τέλος φθάσαμε στο δωμάτιό μας.

Ένα καλό δωμάτιο (το ενοίκιο το επλήρωνε ο μπόσης) με δυο κρεββάτια, και με σπαρματζέτο για φωτισμό. Το σπίτι τώχε ένας Αυστραλέζος πούχε πάει στον πόλεμο, και γύρισε πίσω παντρεμμένος με μια Γαλλίδα.

Γδύθηκα και πλάγιασα. Ήμουνα σκεπασμένος με τέσσερις μπλανκέτες, ξαναφόρεσα τα μισά μου ρούχα, έρριξα πάνω μου και το πανωφόρι μου και πάλι κρύωνα… Δοκίμαζα κι’ εγώ το κρύο της Κατούμπας.

**

Δεν είχα κοιμηθή καλά-καλά, κι’ ενα επίμονο, αδιάκοπο αλλά και αδιάκριτο γκρίίίίίίίν ακούστηκε. Ήτανε το ξυπνητούρι πανάθεμά το. Ανοιξα τα μάτια μου, λευτέρωσα το κεφάλι μου από τα σκεπάσματα, και βλέπω τον συνάδελφο όρθιο, να ντύνεται…

-Πού πας;

-Στη δουλειά… πού να πάω;….

-Στόνειρό σου την έβλεπες;

-Μα ώρα είνε….

– Και τι ώρα είνε;….

-Έξη παρά τέταρτο…

-Τόσο γρήγορα θα πιάνουμε δουλειά;….

-‘Αργήσαμε κιόλας!..

-Δεν καθόμουνα στο Σύδνευ… μόνο ήθελα Κατούμπα…..ώχ! Θεέ μου!… αναστέναξα με όλη μου την καρδιά.. Κείνη την στιγμή δεν πέρασε καθόλου από το νου μου ούτε ή σπασούρα, ούτε η πείνα, ούτε οι κoρέοι της Κυρ- Ασημίνας… Αν είχα λεφτά, μπορούσα και να πλήρωνα λίρες, για να μείνω κάτω από τα σκεπάσματά μου, στη ζεστασιά και τον γλυκό πρωϊνό ύπνο… Mα o συνάδελφος δεν συγχωρούσε την αργοπορία μου και φώναξε:

-Έλα σήκου… αργήσαμε… αν ήξερες τον δρόμο θα σ’ άφηνα να κοιμηθής ακόμα… μά συ πρώτη φορά έρχεσαι στο Κατούμπα…

Έβλεπα πειά ότι ούτε οίκτο, ούτε έλεος μπορούσα να περιμένω από τον νέο μου συνάδελφο. Έπρεπε να σηκωθώ!

Τανίστηκα, εδίστασα για λίγα δευτερόλεπτα, κι έπειτα πήρα την μεγάλη απόφασι… να πετάξω τις μπλαγκέτες…

Τι κρύο ήτανε κείνο!… θάνατος, χάρος με την παγωμένη του αγκαλιά. Ντύθηκα κι έτρεξα στη βρύσι να πλυθώ. Ακόμα κι αν βρισκόμουνα εις την Αθήνα του παληού καιρού, δεν θα έκανα τόση οικονομία στο νερό… Πλύθηκα, δηλαδή μόλις έβρεξα τα μάτια μου με μερικές σταλαγματιές νερό… που θάλεγε κανείς ότι ήτανε διαλυμένος πάγος… Με τα χέρια στις τσέπες, τον γυακά του πανωφοριού σηκωμένο, το καπέλο μέχρι ταυτιά και τα δόντια κτυπώντας σαν τηλεγραφικός πομπός, ξεκίνησα με τον συνάδελφό μου για το μαγαζί του Ιρλανδέζου. Έπρεπε να περπατήσουμε πάνω κάτω δέκα λεφτά.

 

 

Share this

error: Content is protected!